Το γαϊτανάκι

Το γαϊτανάκι είναι ένα πρωτότυπο τραγούδι και χορεύεται ιδιόμορφα στο χωριό μας μια φορά το χρόνο, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα και αργότερα την Τρίτη μέρα του πανηγυριού της Αγίας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου.

Χορεύεται σε δύο σειρές. Από μέσα οι γυναίκες και απ’έξω οι άντρες. Κατά διαστήματα περνούσαν τα χέρια τους οι άντρες μπροστά από τις γυναίκες και πλέκονταν. Ο ρυθμός του τραγουδιού ήταν αργός και παραπονεμένος και αυτό αντανανλάταν στις αργές κινήσεις του χορού, δύο βήματα μπρος και δύο βήματα πίσω. Εκείνοι που χόρευαν μπροστά αποτελούσαν αντίθεση και έδειχναν το καμάρι, τη λεβεντιά και το μεράκι με το ζωηρό και έντονο τρόπο που χόρευαν στον τόπο. Αξιοσημείωτο είναι ότι έπαιρναν μέρος όλοι, νέοι και ηλικιωμένοι και οι γεροντότεροι με την πείρα τραγουδούσαν και πρόσεχαν αν το «λένε καλά και το πάνε καλά» και το χορό και το τραγούδι.

Δε χορεύεται ούτε τραγουδιέται έτσι σε κανένα άλλο γειτονικό χωριό και είναι άγνωστο αν υπάρχουν άλλες παραλλαγές. Ανήκει πάντως στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το θέμα είναι το πικρό παράπονο του αδικημένου. Υπηρέτης (εργάτης) – κακό αφεντικό – αδικία. Είναι περίεργο πως σε αυτές τις κλειστές κοινωνίες με αταξικό συνήθως χαρακτήρα έχουμε το πιο ωραίο ίσως ταξικό τραγούδι. Προσέξετε τη σύνθεση του ειδυλλιακού με το κοινωνικό.

Βλέπεις εκείνο το βουνό το πέρα και το δώθε,
στο πέρα βόσκουν πρόβατα στο δώθε βόσκουν γίδια.
Κι ανάμεσα στα δυο βουνά δώδεκα μύλοι αλέθουν
Οι έξι αλέθουν με νερό οι έξι με το γάλα
Και στον αφρό του γαλατιού κλίμα είναι φυτρωμένο
κάνει σταφύλια ραζακί και το κρασί μοσχάτο.
Κι όποιος το κόψει κόβεται κι όποιος το φάει πεθαίνει
νά'χε το φάει η μάνα μου να μην κάνει εμένα
σαν μ'έκαμε τι μ'ήθελε κι αν μ'έχει τι με θέλει.
Σαν πήγε και μ'ερούγιασε σ'ένα βαρήν αφέντη
βαριά δουλειά δεν μου δωσε βαριά δουλειά δεν κάνω.
Να στέκω ορθός να τον κερνώ να τραγουδώ να πίνει
κι απ το πολύ το κέρασμα κι απ το πολύ τραγούδι
σπαρτάρισε το χέρι μου κι έπεσε το ποτήρι
χίλια κομμάτια έγινε κι ακόμα πεντακόσια
στις φυλακές με βάλανε να κάνω τριάντα μέρες
κι οι φυλακές παράκουσαν κι έκανα τριάντα χρόνια
κι έπιασα ξένες αδελφές και ξένες παραμάνες
και μια αδελφή ξέν’ αδελφή μου πλένει τα σκουτιά μου
τα πλένει μια τα πλένει δυο στις τρεις μου τα πετάει
πάρε ξένε μ τα ρούχα σου πάρε και τα σκουτιά σου.

Ρεφρεν:
Γαϊτανάκι αριοπλεγμένο στις πλατούλες σου ριγμένο
Στις πλατούλες σου ριγμένο στα μαλλιά σου τυλιγμένο