Ο γάμος

Στις περισσότερες περιπτώσεις, κανονίζανε οι γονείς των παιδιών να τα παντρέψουνε, χωρίς να μπορούνε να έχουνε άποψη. Όμως υπήρχαν και κάποιοι γάμοι από έρωτα. Οι γονείς του γαμπρού έστελναν προξενητάδες στους γονείς της νύφης και η πρώτη κουβέντα που κάνανε ήταν για την προίκα που έδιναν. Απαντούσε ο συμπέθερος π.χ. το χωράφι στον Μακρηδήμα ή σαράντα προβατίνες ή πενήντα λίρες. Αν συμφωνούσανε κανονίζανε τον γάμο. Η νύφη και ο γαμπρός ως τον γάμο δεν είχαν καμία επαφή. Ο γάμος γινότανε πάντα Κυριακή πρωί.

Για κάλεσμα στο γάμο, τυλίγανε μέσα σε ένα χαρτάκι ένα γαρύφαλλο (μπαχάρι) και το δίνανε. Ήταν μια γνώριμη διαδικασία καλέσματος. Κρεβάτι βέβαια δεν στρώνανε όπως τώρα. Εκείνα τα χρόνια ζούσαν πολύ φτωχικά, πάρα πολλά άτομα σε ένα σπίτι, και δεν υπήρχε η δυνατότητα το ζευγάρι όχι να έχει δικό του σπίτι, αλλά ούτε δικό του δωμάτιο. Υπήρχαν περιπτώσεις που στο ίδιο δωμάτιο κοιμόντουσαν και άλλοι συγγενείς, και τοποθετούσαν όρθιες σανίδες για διαχωριστικό. Δώρα για τον γάμο πηγαίνανε κρέας, κρασί, και σε ένα ταψί φτιάχνανε ψωμί κεντιστό, το γνωστό "κανίσκι". Όλα αυτά μαζευόντουσαν από τους "ταϊτζήδες" (μάγειρες) και τα ετοιμάζανε με μακαρόνια ή στιφάδο στα καζάνια για το γλέντι του γάμου.

Την Τετάρτη πριν το γάμο, ο γαμπρός και η νύφη πηγαίνανε άλεσμα στον μύλο. Ανακατεύανε και οι δύο το αλεύρι και ζυμώνανε κουλούρες και είχε μαζί του ο καθένας από μία "τσίτσα" (ξύλινο βαρέλι) με κρασί. Δίνανε πρώτα στον μυλωνά λίγη κουλούρα και λίγο κρασί, και φεύγοντας μοιράζανε σε όλον τον κόσμο για να τους ευχηθούν. Την Τετάρτη το βράδυ οι συγγενείς πηγαίνανε αντίστοιχα στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης και φτιάχνανε τα προζύμια. Ρίχνανε μέσα τις βέρες (ο καθένας στην δική του κουλούρα) και όποιος την έβρισκε ήταν ο επόμενος που θα παντρευότανε.

Την παραμονή των γάμων ο καθένας έκανε γλέντι στο πατρικό του σπίτι. Το πρωί του γάμου, πήγαινε όλος ο κόσμος στο σπίτι του κουμπάρου με όργανα, και τραγουδώντας τον ξυρίζανε. Όλοι μαζί πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης για να την παραλάβουν. Εκεί ήταν μαζεμένες όλες οι ελεύθερες κοπέλες του χωριού όπου έντυναν και στόλιζαν την νύφη. Τραγουδώντας "Έβγα νύφη απ' τα μπαλκόνια, περδικούλα από τ'ανώγια, δεν με αφήνει ο πόνος να βγω, από το σπιτάκι μου ..." καλούσανε τη νύφη να βγει από το σπίτι. Ανέβαινε στο άλογο, με συνοδεία πάντα οργάνων και τραγουδιών, και μπροστά πηγαίνανε όλα τα ελεύθερα κορίτσια ντυμένα παραδοσιακά κρατώντας το "φλάμπουρο". Πηγαίνανε στο σπίτι του γαμπρού και την κατέβαζε από το άλογο η πεθερά. Όπου φροντίζανε να περάσει κάτω από το άλογο κάποιο μικρό αγόρι (που αντιστοιχεί στο σημερινό έθιμο που πετάμε μικρά παιδιά στο στρώσιμο του κρεβατιού για να κάνει το ζευγάρι αγόρι ή κορίτσι).

Υπήρχε εκεί μια κουλούρα η οποία ήταν στολισμένη με τριαντάφυλλα και άχνη ζάχαρη και η νύφη την έσπαγε στο κεφάλι της και την μοίραζαν στον κόσμο. Τον γαμπρό τον ξυρίζανε βέβαια όλα τα ελεύθερα παλικάρια κι αυτόν με συνοδεία τραγουδιών. Ο γάμος γινότανε στην εκκλησία ή στο σπίτι της νύφης.

Μετά τα στέφανα, γινότανε γλέντι για όλους στο σπίτι του γαμπρού. Ο κουμπάρος, ο οποίος ήταν πάντα ο νονός του γαμπρού, έφερνε σαν δώρο στο γάμο ψητό κρέας. Αφού λοιπόν οι "ταϊτζήδες" είχαν μοιράσει τα φαγητά, βάζανε στη μέση το ψητό του κουμπάρου και το τρώγανε τραγουδώντας "του νονού μας το πεσκέσι άξιο είναι τιμημένο, και στην πόλη ξακουσμένο. Κι άγουρος που θα το κόψει το χεράκι του να κόψει και να το μαχαιροκόψει ...". Το γλέντι συνήθως κρατούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Την Δευτέρα μετά τον γάμο, η νύφη έπρεπε να παρουσιάσει ένα σεντόνι ή το νυχτικό της ματωμένο. Κι όταν διαπιστώνανε ότι ήταν όντως παρθένα, ρίχνανε μια μπαλωθιά. Ή άλλες φορές την έριχνε ο γαμπρός όταν έβλεπε το σεντόνι ματωμένο. Την επόμενη Κυριακή από τον γάμο γινότανε το γιγαφέτι (γλέντι) στο σπίτι της νύφης και το λέγανε "πιστρόφια".

Η νύφη στο διάστημα της χρονιάς (σαν νεόνυμφη) είχε κάποιες υποχρεώσεις. Στις 21 Νοεμβρίου, της πολυσπορίτισας, πήγαινε από παραμονή πολύ αργά τη νύχτα στη βρύση του "γύφτου" και έριχνε πολυσπόρια για να είναι καρπερή. (επίσης την ίδια μέρα κάνανε την ίδια διαδικασία όλες οι ελεύθερες κοπέλες για να είναι καρπερές). Των Βαΐων, πήγαινε στον μύλο που τότε μόνο εκεί υπήρχαν βαγιές, και φορτωνότανε βάγια για την εκκλησία.

Γενικότερα το ζευγάρι έμενε στο σπίτι του γαμπρού, εκτός αν κάποιος γινότανε σώγαμπρος. Τότε σε μια οικογένεια υπήρχαν πολλά παντρεμένα παιδιά. Οι νυφάδες ήταν όπως είχε ο Αλή Πασάς τις γυναίκες. Δουλεύανε σαν σκλάβες. Καθόντουσαν όρθιες για να εξυπηρετήσουν τα πεθερικά και τα κουνιάδια τους.

Για νυφικό φοράγανε ότι είχανε. Συνήθως ράβανε μόνοι τους ότι μπορούσανε ή τους έραβε (όταν υπήρχε) ο ράφτης του χωριού.

Το φλάμπουρο ήταν ενός είδους σημαία, εάν επιτρέπεται η έκφραση. Ένα κοντάρι ξύλινο, όπου ήταν κρεμασμένο ένα λευκό πανί σαν σημαία το οποίο συμβόλιζε την αγνότητα του ζευγαριού. Στο τέλος του κονταριού (ψηλά) τοποθετούσαν ρόδια, τα οποία συμβόλιζαν την παραγωγικότητα, για πολλούς απογόνους.

Την προίκα, όσο υπήρχε ο θεσμός, λάμβανε ο άνδρας για την αντιμετώπιση των βαρών του γάμου. Ο άντρας αποκτούσε την κυριότητα των ακινήτων και κινητών πραγμάτων που συνιστούσαν την προίκα της γυναίκας και αυτό γινότανε με συμβολαιογραφική πράξη. Όμως παλαιότερα στο χωριό μας δεν υπήρχε ούτε ο τρόπος ούτε τα μέσα για να πηγαίνουν οι πρόγονοί μας στα συμβολαιογραφεία για να τακτοποιούν την προίκα. Γι αυτόν το λόγο, την ημέρα που γινότανε το προξενιό, ήταν παρόντες και δύο ευυπόληπτα πρόσωπα ως μάρτυρες. Ήταν το "συμβόλαιό" τους, το οποίο σπάνια αθετούσαν.