Λεξιλόγιο

 
Home    
  Το λεξιλόγιο δεν είναι τίποτε παραπάνω από κάποιες ιδιόρρυθμες λέξεις που χρησιμοποιούν οι Λευτεριάνοι. Οι λέξεις βέβαια που έχουμε συγκεντρώσει είναι ένα μικρό κομμάτι της πραγματικότητας, αλλά διαρκώς θα ανανεώνουμε το αρχείο μας με καινούριες.
 
άντεσε έννοια που χρησιμοποιείται για να πούμε ότι κάποιος έτυχε να είναι παρών σε κακιά στιγμή. Συνήθως την χρησιμοποιούσαν για παραφυσικά φαινόμενα, για ξωτικά / νεράιδες. Π.χ. "άντεσε να είναι εκεί την ώρα που πέρναγαν οι νεράιδες και του συνέβηκε κάτι κακό".
αγκορτσά άγρια αχλαδιά
αγραπίδια άγρια αχλάδια
αγριέμπελο κολώδης ουσία που βγαίνει στις κερασιές
αθυμωνιά εκεί που μαζεύανε το στάρι / σωρός από ξύλα
ακόνι μαύρη πέτρα για τρόχισμα εργαλείων
αντάρα ομίχλη
απθώνω ακουμπάω
απστουμπίθκε έπεσε κάτω
αρβάλα χερούλι από κατσαρόλα
βρούδια γούρνες με νερό
γατσομάλιασε ανατρίχιασε (χρησιμοποιείται για το γατόμαλο)
γκιώσα γίδα
γλίνα λασπώδη χώμα / λίπος χοιρινό
γουρνοκoύμασο το σπίτι του γουρουνιού
γουρνότσαρχα παπούτσια φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιού
γρούμπα καμπούρα
διασίδ κλωστές για αργαλειό
δρουλάπ κρύο με χιονόνερο
ελατόπτσες καρπός έλατου
ζαγάδ χτισμένο πέτρινο πεζούλι
ζαγάδα πεζούλα
ζγαρλάω σκαλίζω
ζγαφέτι γλέντι
ζιλέ πουλόβερ
ζλάπ άγριο ζώο
ζοριός έξοδος νερού στον μύλο
ζουματούρα βρασμένα ξεροκόμματα με λίγο λάδι
ίσκα μύκητας που βρίσκεται στο πλατάνι και το χρησιμοποιούσαν για να ανάψουν φωτιά
κάδι ξύλινο δοχείο που δέχεται το χυμό του σταφυλιού
κακάβι τέντζερης / κατσαρόλα
κακομάτζαλος ατσούμπαλος
καλιακούδα πουλί (μεταφορικά = κακομοίρα)
καραουλίζω αγναντεύω
κάρζιακας πουλί
καρκαζιόνια μωβ λουλούδια με βολβό στη ρίζα
καρκαλιάς κοκύτης (παιδική αρρώστια) - έντομο
καστραβέτσι αγγούρι
κατμέρ κουσούρι / πληγή
κατσούλα κουκούλα
κένομα σερβίρισμα, από την κατσαρόλα στα πιάτα
κλουπακάω ανακατεύω
κοκόσιες καρύδες
κολοσούσα σουσουράδα (πουλί)
κοντό πουκάμισο
κορίτο σκαφίδι ξύλινο για το φαγητό του γουρουνιού
κουκνέλες μανιτάρια
κουκουφρίνι βρασμένο πρωτόγαλα
κουλοκούρισμα το κούρεμα του προβάτου στην περιοχή του κώλου και της ουράς
κρεβατίνα κλιματαριά
κρούπ λεκανάκι
λαβάτωσε φόβος - τρομάρα
λόιδο η άκρη του μαλλιού
λυποκρατεί πενθεί
μαμαλίγκα βραστό νερό με μπομπότα και τσιγαρισμένο κρεμμύδι
μαργώνω  κρυώνω
μετανίζω νυστάζω
μπαϊλίζω νυστάζω
μπαϊρ ακαλλιέργητο χωράφι
μπαμπούδια φασόλια νερόβραστα
μπεσίκι κούνια μωρού
μπικιόν  κύπελλο
μπλιόρ χρονιάρικο αρνί
μπόλια  πετσέτα υφασμάτινη
μπούκα γλίνα με ψωμί και λάδι
μπούπλα φύλλα που περικλείουν τον καρπό καλαμποκιού
μτάρια κλωστές πριν το χτένι
ντουλαμάς επίσημη παραδοσιακή ενδυμασία
ξάγκλισμα το λάδι που έβαζαν στα μαλλιά για να μαλακώσουν
ξεματζάλωτος αυτός που είναι ντυμμένος άτσαλα
ξιτσιτουνιάζω ξεμαλλιάζω
ξομλιάζω κουτσομπολεύω
ογλυούρα γρήγορα
παλιορούτι ή παλιοσκούτι σακάκι
πατατούκα σακάκι
πατσούνια πλεκτά παπούτσια με σόλα από σαμπρέλα
περαστάρ χοντρό ξύλο οριζόντιο σε κλιματαριά
πετσώνω μπαλώνω παπούτσια - πετυχαίνω
πλαλάω τρέχω βιαστικά
πλιατσανάω τσαλαβουτάω
πλύμα το αλεύρι με τυρόγαλο, τα κολοκύθια και τα διάφορα που βάζανε στα γουρούνια για τροφή
πόστα διπλωμένα
πριτσαλιέται ερωτικό κάλεσμα τράγου
ρέκαξε έσκουξε
ρούμπες κουρέλια
ρούπιτο ελεϊνός
σαγάν χάλκινο πιάτο
σαμάκια απαγορευτικά σημάδια χωραφιού
σαρακοκέρα γερασμένη γίδα με τριμένο κέρατο
σαρμανίτσα μικρή κούνια μωρού
σέπεται σαπίζει
σιαηλός χαζός
σιρβιτσάλι κλύσμα
σκιάζουρας σκιάχτρο
σκουτιά ρούχα
σκριμπίδξα έτρεξα πολύ γρήγορα
σκυλαραίος μασκαράς απόκριας
σμέλα  χώμα μαλακό
σομόνι καρβελάκι καλαμποκίσιο (από μπομπότα)
σοφράς χαμηλό τραπέζι ξύλινο
σπαργάννησε γεννήθηκε
σταφνάω μιμούμαι
στάφνο σημάδι ευθείας για κοπή τάβλας
στμπάω χτυπάω
στουμπιά πέτρες
στραμπακλίζω τρικλίζω
στραμπαριάζω σακατεύω - καταστρέφω
στρουμπολίδ στρογγυλή πέτρα
συντρόφι σόβρακο
ταχιά αύριο
τζόρας ξεροκέφαλος
τριφτάδια ζυμωμένο αλεύρι και κομμένο σε πολύ μικρά κομμάτια, νερόβραστο
τσακλατάω χτυπάω αυγά
τσακλάω σχίζω
τσακτσίρ μάλλινο παντελόνι
τσαλαμπουρδάνης ατσούμπαλος - άτσαλος
τσιόγκος καρούμπαλο
τσιοκάρ πέτρα
τσουράπια μάλλινες κάλτσες
τστούνι μαλλί ανθρώπου
φλετούρξε πέταξε
φλετράει πετάει
φλέτρας πεταλούδα
φώλος το αυγό που τοποθετούσαν στην φωλιά της κότας ώστε να πάει να γεννήσει στο ίδιο σημείο / μεταφορικά ήταν οι πρώτες οικονομίες
χαζίρ να βρεξ παραλίγο να βρέξει
χαζιρεύω τελειώνω
χανάκα λουρί αλόγου με κουδούνι
χασιακί καταιγίδα
χασιαμπούσι καλαμπούρι
χειμωνικό καρπούζι
χέρ χέρ γρήγορα γρήγορα
χερχιρείτε συντομεύετε
χλιάρ κουτάλι (το οποίο προέρχεται από το αρχαίο κοχλιάριο)
χούγιαξε φώναξε